Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Η αλήθεια για τον Κώστα Βαξεβάνη- Αναδημοσίευση


Σπανίως σε αυτό το blog αναδημοσιεύουμε. Κι αυτό γιατί είναι έτσι δομημένο το blog, μιας και η νοητική δραστηριότητα του συντάκτη του μπορεί να γίνεται κατά διαστήματα χειμαρρώδης.Να το επαναλάβω. Το agriazwa είναι προσωπικό blog.
Θα ήταν ασέβεια όμως να μην αναδημοσιεύσουμε ένα από τα πια συγκλονιστικά κείμενα, ενός από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της εποχής μας, του Κώστα Βαξεβάνη, σε μια εποχή μάλιστα που η σύγχιση και η θολούρα στα μυαλά του μέσου Έλληνα είναι τόσο τεράστια που δεν μπορεί να πει έστω μια καλή κουβέντα για άνθρωπο εξω από το στενό του κύκλο.
Αν δεν μπορείς να βρεις όμως έστω έναν αξιόλογο ανθρωπο στη χώρα σου, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις αξιόλογη χώρα.
Φόρος τιμής λοιπόν στον Κώστα Βαξεβάνη, τον προφανή ήρωα της δημοσιογραφίας σήμερα κι ας μη συμφωνούμε με τις επιλογές συνεργατών του. Κανείς δε θα μπορούσε να  κάνει περισσότερα από όσα έκανε ο Βαξεβάνης τα τελευταία χρόνια σε μια κοινωνία τόσο διαβρωμένη που συχνά ηρωποιεί τους καταστροφείς της.
Ναι, έχουμε και εμείς κάτι ευρωπαϊκό: Το σύνδρομο της Στοκχόλμης...

Πηγή, http://www.koutipandoras.gr/article/127393/mia-symptosiena-parapono-kai-ligi-psyhanalysi

"Μία σύμπτωση, ένα παράπονο και λίγη ψυχανάλυση"

Του Κώστα Βαξεβάνη: 

Μια σύμπτωση ψάχνει το παράπονο για να βγει. Η σύμπτωση ήταν το αποτέλεσμα της δράσης δύο διαδυκτιακών φίλων. Του Πιτσιρίκου και της Niemandsrose. Και αφού μου μένει λίγος χρόνος, μια που σήμερα δεν έγινε μια από τις πολλές μου δίκες λόγω στάσης των δικηγόρων, είπα να γράψω για αυτή τη σύμπτωση.
Έγραψε λοιπόν ο φίλος @pitsirikos ένα άρθρο με τίτλο: «Πώς να εξοντώσετε έναν κανονικό δημοσιογράφο» ( δείτε το εδώ http://goo.gl/gLDKbH ) στο οποίο αναφέρεται σε μένα και την προσπάθεια που γίνεται να εξοντωθώ μέσα από μηνύσεις και αγωγές. Τον ευχαριστώ πολύ για όσα έγραψε. Πάντα με φέρνουν σε δύσκολη θέση τα καλά λόγια για μένα αν και μερικές φορές ανησυχώ γιατί πλέον μόνο σε μνημόσυνα τα ακούς. Θέλω να πιστεύω πως είμαι ακόμη ζωντανός.
Λίγες ώρες μετά,η @Niemandsrose  μου έστειλε ένα μήνυμα στο twitter με το οποίο με καλούσε να υπογράψω ένα κείμενο το οποίο διακινούν 75 άνθρωποι. Είναι μια διαμαρτυρία γιατί ο Γιώργος Κουρής απειλεί να κάνει αγωγή τον Ανδρέα Πετρουλάκη για ένα κείμενο που έγραψε. Η καλή μου φίλη καλούσε εμένα,με 40 μηνύσεις και αγωγές (όχι απειλές για αγωγές αλλά αγωγές) να υπογράψω ένα κείμενο συμπαράστασης στον Πετρουλάκη. Δεν το έχω διαβάσει αλλά δηλώνω εκ των προτέρων πως το υπογράφω. Γίνεται μια προσπάθεια να ποινικοποιηθεί η δημοσιογραφία, να διωχθεί η άποψη όπως τις μαύρες δεκαετίες του 50 και του 60, να φιμωθούν όσοι ανησυχούν και διατυπώνουν δυό λέξεις στο διαδύκτιο. Το υπογράφω ό,τι και να έχει γράψει ο Πετρουλάκης,γιατί υπερασπίζομαι και θα συνεχίσω να το κάνω, το δικαίωμα των ανθρώπων να διατυπώνουν την άποψή τους και να κρίνονται γι αυτό από την κοινωνία όχι από τα δικαστήρια. Η αντίληψή μου αυτή δεν σχετίζεται με το τι λέει ο καθένας,με το αν διαφωνώ ή συμφωνώ μαζί του,αλλά με το βαθύ δημοκρατικό δικαίωμα,με τον ουσιαστικό πολιτισμό που αποτελεί αυτό το δικαίωμα, να το κάνει.
Αλλά υπάρχει το παράπονο που διατύπωσα στη φίλη Niemandsrose. Η φίμωση του Τύπου, η προσπάθεια ποινικοποίησης της γνώμης δεν εκφράζεται τόσο από την πρόθεση να γίνει αγωγή κατά του Ανδρέα Πετρουλάκη, αλλά από την πραγματικότητα να γίνονται κάθε μέρα μηνύσεις και αγωγές εναντίον δημοσιογράφων που κάνουν τη δουλειά τους. Τι είναι αυτό που κινητοποιεί κάποιους εξαιτίας της πρόθεσης αλλά όχι εξαιτίας της πραγματικότητας;
Όπως σωστά γράφει ο Πιτσιρίκος, έχω γύρω στις 40 μηνύσεις και αγωγές. Δεν έβρισα κανένα,δεν συκοφάντησα κανένα,ό,τι γράφω είναι δεμένο με στοιχεία και έγγραφα. Στις δίκες που γίνονται αθωώνομαι. Με έσυραν στα δικαστήρια για τη λίστα Λαγκάρντ και όταν αθωώθηκα άσκησαν έφεση στην απόφαση. Ούτε έμπορος ναρκωτικών να ήμουνα. Σκοπός τους δεν είναι να με καταδικάσουν. Σκοπός είναι να με εξοντώσουν. Σαράντα αγωγές σημαίνουν έξοδα 80.000 ευρώ, δεκάδες αναβολές, εργατοώρες στα δικαστήρια, απόσπαση απ τη δουλειά. Φιλοδοξούν πως όλα αυτά θα δημιουργήσουν την απαιτούμενη κούραση η οποία θα με κάνει πιο μαλακό και στρογγυλό για να μην τρέχω κάθε μέρα στα δικαστήρια.
Στην Ευελπίδων ο κουλουράς κάθε μέρα με κερνάει κουλούρι,αρνείται να το πληρώσω γιατί «είμαι ένα παιδί που το ταλαιπωρούν» (γι αυτό το «παιδί» που λέει τον ευχαριστώ πιο πολύ απ ό,τι για το κουλούρι) και οι δικηγόροι στα δικαστήρια μου απευθύνονται σαν να είμαι ένας απ αυτούς. Οι νομικές μου γνώσεις πλέον δεν περιορίζονται σε όσα έμαθα ως δημοσιογράφος, αλλά επεκτείνονται και σε όσα αναγκάζομαι να μάθω για να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου.
Σε μια συζήτηση προχθές, ένας φίλος μου είπε «γιατί δε τα λες αυτά στον κόσμο, να τα μάθει, να μπορεί να σε υποστηρίξει». Σκέφτηκα αυτό που μου είπε και τρόμαξα. Τρόμαξα γιατί διαπίστωσα πως παρότι η άποψή μου είναι πως πρέπει να λέω στον κόσμο όσα συμβαίνουν γιατί αυτός είναι η μόνη προστασία μου, παρουσίασα όπως διαπιστώνω μια υποχώρηση σε αυτή την πρακτική. Δεν τα έλεγα πια όλα στον κόσμο και δεν ζητούσα τη βοήθειά του όσο έπρεπε. Είχαν καταφέρει να με αυτολογοκρίνουν. Είχαν σπείρει για μένα όλα τα επιχειρήματα περί γραφικού,γκρινιάρη,επιθετικού με τέτοια ένταση και έκταση που κατάφεραν να με κάνουν να φοβάμαι μήπως και επιβεβαιώσω αυτή την άδικη εικόνα.
Και εδώ θα μου επιτρέψετε λίγο ψυχανάλυση. Αρκετά χρόνια τώρα υπερασπίζομαι μια δημοσιογραφία που είναι ξένη στη χώρα. Έχω ξαναγράψει πως δεν υπάρχει αντικειμενική δημοσιογραφία. Η αντικειμενικότητα είναι το μέτρο της ευπρέπειας του υποκειμενισμού μας. Αλλά υπάρχει έγκυρη,αξιοπρεπής και ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Δεν είναι κακό να διατυπώνεις άποψη στη δημοσιογραφία. Αν δεν το κάνει ο δημοσιογράφος που είναι μέσα στα πράγματα ποιός θα το κάνει; Κακό είναι η άποψη που εκφράζεις να είναι αποτέλεσμα εξαγοράς και χειραγώγησης. Πέρα από την άποψη η δημοσιογραφία είναι τα στοιχεία που παραθέτει.
Στα περισσότερα από όσα γράφω, παραθέτω άποψη. Δεν μπορώ να είμαι αποστειρωμένος δημοσιογράφος που καταντά τροχονόμος δηλώσεων από τις οποίες πολλές είναι πληρωμένες. Στην έρευνα όμως και το ρεπορταζ υπάρχουν στοιχεία και αποδείξεις. Δεν μπόρεσε κανένας από τους επικριτές μου ως σήμερα,να αποδείξει πως ένα από τα δημοσιευμένα στοιχεία δεν ισχύει.
Τα τρία τελευταία χρόνια, μετά την έκδοση του HOT DOC,μαζί με την δημοσιογραφική ομάδα, βρεθήκαμε σε μια δίνη που ούτε τη δημιουργήσαμε, ούτε μπορούσαμε να τη φανταστούμε. Όσο η κρίση βάθαινε, τόσο η αποκάλυψη της αλήθειας για την κρίση και τα σκάνδαλα, γινόταν η μια όχθη του ποταμού στην οποία έπρεπε να περπατήσει ο κόσμος. Ο τρόπος και η ειλικρίνεια με την οποία πορευτήκαμε, δημιούργησε γύρω μας ένα ρεύμα και μια υποστήριξη που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε. Δημιούργησε όμως και εχθρούς.Η μια ομάδα των εχθρών ήταν αυτοί των οποίων θίγαμε τα συμφέροντα. Οι τραπεζίτες, επιχειρηματίες,πολιτικοί, ο Βενιζέλος, ο Σαμαράς, ο Βγενόπουλος και πολλοί άλλοι. Μερικές δεκάδες από αυτούς έχουν βρεθεί μπροστά στον εισαγγελέα εξαιτίας των δημοσιευμάτων μας.
Η δεύτερη ομάδα εχθρών ήταν οι υποτακτικοί. Αυτοί που έπρεπε να υπηρετήσουν τα αφεντικά τους και τον διεφθαρμενο εαυτό τους. Πώς να παραδεχθούν πως υπάρχει ανυποχώρητη και τίμια δημοσιογραφία όταν οι ίδιοι ήταν άτιμοι και δικαιολογούσαν τις ατιμίες τους με τη φράση «έτσι είναι τα πράγματα»; Πώς να παραδεχθούν πως τα πράγματα είναι και αλλιώς αρκεί εσύ να είσαι αλλιώς;
Η τρίτη ομάδα ήταν των αφελών και των φθονερών. Δεν νομίζω πως μπορώ να το περιγράψω καλύτερα από τον Αλμπερ Καμύ ο οποίος έγραψε « μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σε αυτό που σε συνθλίβει» . Οι άνθρωποι μερικές φορές κάνουν τους φυσικούς τους συμμάχους εχθρούς,γιατί για κάποια ανεξήγητο λόγο συγκρίνουν τα πάντα με τον εαυτό τους και θέλοντας να τον επιβεβαιώσουν βρίσκουν τους άλλους πάντα χαμηλότερους.
Σε αυτή την τρίτη κατηγορία το σύστημα επένδυσε αρκετά. Όταν κατάλαβε πως η μετωπική σύγκρουση μαζί μας δεν έχει αποτέλεσμα, απευθύνθηκε στα ανθρώπινα ένστικτα. Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να ακούσουν τα χειρότερα για άλλους ανθρώπους και να τα αναπαράξουν με τη βεβαιότητα γεγονότος.
Όταν ξεκίνησε το HOT DOC, ακούγαμε από παντού διάφορα ονόματα πως ήταν πιθανοί χρηματοδότες μας. Κανένας δεν ήθελε να πιστέψει πως μια ομάδα 10 ανθρώπων ξεκίνησε με 5000 κεφάλαιο (όσο το κόστος του μισού χαρτιού) και έκανε περιοδικό. Όταν για κάποιο από τα πρόσωπα αυτά υπήρχε δημοσίευμα του HOT DOC που αφορούσε σκάνδαλό του, τότε οι διακινητές προχωρούσαν στο επόμενο όνομα χωρίς ντροπή. Και όταν τους τέλειωσαν τα πρόσωπα, άρχισε να φημολογείται «πως αφού δεν μπορεί να βρεθεί συγκεκριμένο πρόσωπο τότε η εξάρτηση είναι αόρατη,άρα από ισχυρά κέντρα». Είνα σαν το ανέκδοτο όπου οι έλληνες σε ένα συνέδριο για την τεχνολογία υποστήριξαν πως οι αρχαίοι έλληνες είχαν βρει την κινητή τηλεφωνία γιατί στις ανασκαφές που γίνονται τόσα χρόνια, δεν βρέθηκαν καλώδια άρα ήταν γνώστες της κινητής. Με όλα αυτά γελούσαμε κατά καιρούς, αλλά κάποια στιγμή κατάντησαν κουραστικά.
Στη συνέχεια προσπάθησαν να μας συκοφαντήσουν. Εμφάνισαν αποδείξεις πως υπήρχε χρηματοδότηση από την ΕΥΠ. Λίγο αργότερα προσπάθησαν να με σκοτώσουν. Υποσχέθηκα πως θα τους βρω. Με πεισμα και λίγο τύχη τους βρήκαμε. Ασκήθηκαν διώξεις εναντίον τους. Τα ΜΜΕ δεν είπαν λέξη. Έξι άτομα διώκονταν για απόπειρα εναντίον δημοσιογράφου,αλλά ήταν σαν να μην υπήρχε. Ακόμα προσπαθώ να εξηγήσω σε ξένους συναδέλφους που με ρωτάνε πώς είναι δυνατόν να αποσιωπάται ένα τέτοιο θέμα. Ακόμη και εγω μερικές φορές αναρωτιέμαι αν έχει πέσει τόσο πολύ η αξιοπρέπεια των συναδέλφων μου ή εγώ είμαι ο παράξενος. Ακόμη και αυτό προσπάθησαν να το γυρίσουν εναντίον μου με ψιθυρολογία: «έλα μωρέ τώρα παραμύθια» ή «είναι εμμονικός ο τύπος». Λέξη δεν έγραψαν και όταν κέρδισα δύο διεθνή δημοσιογραφικά βραβεία,τα μεγαλύτερα ίσως στον κόσμο.
Τώρα που τα θυμήθηκα όλα αυτά, θέλω να ρωτήσω τη φίλη μου Niemandsrose, αν είναι σημαντικότερο γεγονός η απειλή αγωγής, από τη πραγματικότητα που περιγράφω. Ή αν είναι πιο σοβαρό γεγονός η απόπειρα εναντίον κάποιου δημοσιογράφου από το κάψιμο των γραφείων της Athens Voice. Μετά ας απαντήσει γιατί κάποιοι συνάδελφοι, έχουν επιλεκτικές ευαισθησίες και προσωπική ατζέντα «Δημοκρατίας».
Κατάφεραν πάντως σε ένα βαθμό να μας κουράσουν με όλα αυτά. Είχαμε 500 μέτωπα. Έπρεπε να τρέξουμε παντού. Στον τομέα της έρευνας, στην οχύρωση από επιθέσεις, στα δικαστήρια. Ο κόσμος δεν είναι υποχρεωμένος να τα ξέρει όλα αυτά. Ούτε να αναρωτιέται πώς τα βγάζουμε πέρα. Θεωρώ όμως πως πρέπει να έχει τα κότσια όταν πηγαίνει στο περίπτερο, να σηκώνει τη σαβούρα από νεοlifestyle περιοδικά και DVD, για να πάρει ένα HOT DOC. Και δεν το κάνει όσο πρέπει. Όταν το HOT DOC πουλάει 15.000 φύλλα αλλά το περιοδικό για τα Ωροσκόπια 50.000, κάποιο πρόβλημα υπάρχει στην κοινωνία και δεν έχει κανένα νόημα να χαιδεύουμε αυτιά.
Στις επιθέσεις που δεχόμαστε αυτά τα χρόνια, υπάρχει μια ακόμη κατηγορία που δεν μπορείς να της χρεώσεις δόλο ή πολιτική αντιπαλότητα. Είναι οι αντίπαλοι της ίδιας όχθης. Άνθρωποι που είτε από ιδεοληψία είτε από γνήσια πίστη, θεωρούν πως κατέχουν το Γκράαλ της ορθής κρίσης. Απονέμουν στον εαυτό τους το ρόλο της πεφωτισμένης πρωτοπορείας και στη συνέχεια με αυτή την αξιωματική απονομή κρίνουν τους πάντες. Υπήρξε μια περίοδος, που την απόφασή μας να γνωστοποιούμε στον κόσμο τι συμβαίνει γιατί αυτή ήταν η μοναδική μας ασφάλεια, αυτοί οι άνθρωποι την χαρακτήριζαν «αυτοαναφορικότητα». Δεν το έλεγαν στις παρέες, το έγραφαν στο διαδίκτυο αποδίδοντας έτσι πάλι αξιωματικά στον εαυτό τους τη σεμνότητα αφού αυτός που κατηγορούσαν ήταν «αυτοαναφορικός». Ούτε στιγμή δεν αναρωτήθηκαν μήπως οι ίδιοι ήταν μέτριοι και η μετριότητά τους δεν θα άντεχε σε καμιά κρίση ή δημοσιότητα. Ούτε στιγμή δεν διέκριναν στον εαυτό τους «αυτοαναφορικότητα» αφού οι ίδιοι έμπαιναν στο επίκεντρο και πετύχαιναν αναφορές στο πρόσωπό τους όχι με δράση, αλλά με κανιβαλισμό.
Κάποια στιγμή σε μια δημόσια παρουσίαση, συνάδελφος είπε μπροστά μου πως καλό θα ήταν να είμαι λιγότερο αυτοαναφορικός. Του απάντησα πως του εύχομαι να μην χρειαστεί ποτέ στη ζωή του να γίνει «αυτοαναφορικός» γιατί δεν υπάρχει κανένα θεσμικό μέσο για να προστατευτεί.
 Η τελευταία μόδα είναι η προσπάθεια να εμφανιστεί η στοιχειοθετημένη ερευνητική δημοσιογραφία που κάνουμε ως Τριανταφυλλοπουλισμός. Ακόμη και στο δικό μας site, κάποιοι εκμεταλλευόμενοι το γεγονός πως αφήνουμε ακόμη και τα υβριστικά απέναντι σε μας σχόλια, προσπαθούν να ταυτίσουν την μάχη με τη διαφθορά  με τον Μακισμό. Δηλαδή να την αποκόψουν απ την ηθική της διάσταση και της αποδώσουν προθέσεις και σκοπιμότητες. Μια «ευαίσθητη» ιδεολογικά άποψη μάλιστα συμπληρώνει πως η χώρα δεν χρειάζεται αποκάλυψη σκανδάλων αλλά διαφορετική πολιτική. Όσοι από αυτούς εκφράζουν την άποψη αυτή χωρίς κακή πρόθεση, αγνοούν τη διαλεκτική σχέση που έχει η καθημερινότητα με τον τρόπο που συνειδητοποιείται ο πολίτης. Η μάχη ενάντια στη διαφθορά πρέπει να έχει αποδείξεις και να παράγει πολιτική αντί να διαλογίζεται και να ομφαλοσκοπεί ιδεολογικά σα να πρόκειται να υπάρξουν αυτοματισμοί στη διαδικασία γνώσης και συνειδητοποίησης. Σε αυτούς τους φίλους προτείνω να μην διαβάζουν εμένα αλλά Μαρξ. Αρκεί να τον καταλάβουν κιόλας.
Η ψυχανάλυση μπορεί να γεμίσει σελίδες ολόκληρες. Λέω να σταματήσω εδώ. Θέλω να ευχαριστήσω τον Πιτσιρίκο για όσα έγραψε και τη Niemandsrose που με αφέλεια και δημοκρατική ευαισθησία μου ζήτησε να υπογράψω το κείμενο. Η σύμπτωση που δημιούργησε η παρέμβαση των δύο, με έκανε να σκεφτώ πράγματα και κυρίως μετά από καιρό να τα γράψω για όλους εσάς που τα διαβάζετε. Θα παραμείνω ανυποχώρητος και πεισματάρης. Όσα συμβαίνουν ή όσα φοβόμαστε θα τα μαθαίνετε εσείς. Τις επόμενες μέρες θα καλέσουμε τον ξένο Τύπο να τον ενημερώσουμε για το πρωτοφανές που συμβαίνει στη χώρα, να διώκονται δημοσιογράφοι από πολιτικά πρόσωπα τα οποία δεν απαντούν καν σε όσα αποκαλύπτονται γι  αυτά. Ή μήπως είναι αυτοναφορικότητα;

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Σκατά Μελά(τα)




180: ένας αριθμός μαγικός. Ένας αριθμός που αν επιτευχθεί θα διασφαλίσει την πολιτική συνέχεια και σταθερότητα στη χώρα: Μα άλλα λόγια τα απολύτως προβλεπόμενα και αναμενόμενα:
Τη σύναψη νέων μνημονίων, τη συρρίκνωση του κράτους, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, την πρόοδο στη διάλυση της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας, την κοινωνική καταστροφή και την φτωχοποίηση ακόμη μεγαλύτερου κομματιού του πληθυσμού, ακόμη περισσότερους νεόφτωχους, νεοάπορους, νεοάστεγους.
Αν αυτή η Νέα Δημοκρατία των μνημονίων και ο Νεοφιλελεύθερος κυβερνητικός εταίρος της καταφέρουν να συγκεντρώσουν 180 βουλευτές για την εκλογή Νέου Πρόεδρου δημοκρατίας, όλες αυτές οι νέες κατηγορίες νέων πολιτών τρίτης κατηγορίας θα αυξήσουν τα νούμερα τους.
Οι ΑΝΕΛ είχαν ως ιδρυτικό λόγο ύπαρξης την καταγγελία και ή δυνατόν την ανατροπή όλων των παραπάνω.
Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οι ΑΝΕΛ δέχθηκαν σκληρό και βρώμικο πόλεμο από τα τραπεζοκρατούμενα μήντια. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι παρακρατικό κύκλωμα έστησε πλεκτάνη μιας κατασκευασμένης μισθοδοσίας δήθεν από την ΕΥΠ η οποία περιλάμβανε όχι μόνο τον τότε υποψήφιο βουλευτή των ΑΝΕΛ και δημοσιογράφο Βασίλη Χήτο αλλά και τον τελευταίο πρόμαχο της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, τον Κώστα Βαξεβάνη, παρουσιάζοντας τους ως βαλτούς και ρουφιάνους, μια μεθόδευση που παρολίγον να οδηγήσει στην αυτοκτονία του πρώτου και τη δολοφονία του δευτέρου. 
Μπορεί λοιπόν κάποιος εύκολα να καταλάβει ότι οι ΑΝΕΛ δεν υπήρξαν ένα μαξιλαράκι της τραπεζοκρατίας στην Ελλάδα παρότι οι αμφιβολίες για τις προθέσεις τους ήταν εύλογες.
Τα υψηλά εκλογικά ποσοστά των ΑΝΕΛ το 2012 και η προοπτική συγκυβέρνησης με το ΣΥΡΙΖΑ προοιώνιζε μια επιθυμητή ισορροπία ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις.
Αφενός γιατί μια τέτοια συγκυβέρνηση θα περιόριζε τις πολύ φιλικές σχέσεις ορισμένων παραδοσιακών στελεχών της ΝΔ που εντάχθηκαν στους ΑΝΕΛ με τις βρώμικες οικονομικές ελίτ της χώρας, αφετέρου γιατί θα περιόριζε και την εκδήλωση ισοπεδωτικών τάσεων τμήματος της αριστεράς που θέλει όλους τους εργοδότες κακούς, όλους τους συνδικαλιστές καλούς ανεξάρτητα από το αν αρκετοί από αυτούς ήταν ιδιοτελείς κομματικές μαριονέτες, όλους τους δημοσίους απαραίτητους ανεξάρτητα από το αν αρκετοί από αυτούς ήταν όχι μόνο άχρηστα αλλά και επιζήμια παιδιά της σκανδαλώδους κομματικής ευνοιοκρατίας αλλά και την άνοδο ακόμη και των πιο ρατσιστικών τάσεων της μεταμοντέρνας ελληνικής αριστεράς που θέλουν όλους τους Έλληνες κακούς και όλους τους μετανάστες αγίους. Όλα τα χει ο πολιτικός μπαχτσές.
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ως περισσότερο ιδεολογικό κόμμα όχι μόνο άντεξε αλλά και δυνάμωσε στις επιθέσεις του συστήματος εξουσίας το οποίο ήθελε λυσσαλέα να τον γαμήσει ή έστω να τον παντρευτεί με παπά τη διαπλοκή (ο δεύτερος κίνδυνος παραμένει), οι ΑΝΕΛ ως κόμμα «πολιτικού ρεαλισμού» δεν άντεξαν.
Ο λόγος που συνέβη αυτό δεν είναι φυσικά ότι έπρεπε να επιστρέψουν το δάνειο των ψήφων τους εκεί όπου ανήκε, στη ΝΔ, όπως συνέβη π.χ με το ΛΑΟΣ που στην ώρα της ανάγκης επέστρεψε το δάνειο των ψήφων που έκλεψε από την Καραμανλική ΝΔ στο Σαμαρά, με τόκους μάλιστα «προβεβλημένα» ακροδεξιά στελέχη του όπως ο Γεωργιάδης, ο Βορίδης και ο Πλεύρης.
Ο λόγος που συνέβη αυτό είναι γιατί ο Πάνος ο Καμμένος επέλεξε να κάνει ένα νέο κόμμα με παλιά, φθαρμένα αν και όχι απαραιτήτως διεφθαρμένα υλικά.
Οι δύο λοιπόν κεντρικές εσωκομματικές παρατάξεις στην ΑΝΕΛ, οι παλαιοκομματικοί της ΝΔ και τα στελέχη χωρίς πρότερη κομματική ταυτότητα που απάντησαν όχι τόσο στο κάλεσμα Καμμένου αλλά στην αδήριτη ανάγκη για αντίδραση σε μια πολυεπίπεδη κρίση, δεν ήταν δυνατόν να συνυπάρξουν για πολύ, καθώς οι πρώτοι συνέχιζαν να έχουν δεσμούς με τη ΝΔ και ήταν πολύ πιο ευένδοτοι σε «πιέσεις» και σε φλερτ από «παλιούς έρωτες»
Έτσι σταδιακά βλέπουμε αποσχίσεις και από τις δύο παρατάξεις.
Οι αποσχίσεις από την πρώτη παράταξη λίγο μας ενδιαφέρουν καθώς τα περισσότερα στελέχη της ήταν μη αξιόλογα.
Στη δεύτερη κατηγορία εμβληματική ήταν η αποχώρηση της πρώην εισαγγελέως Γιαταγάνα (από κοινού με τον κο Γιοβανόπουλο) το Μάρτιο του 2014 για την απόφαση του Καμμένου να στηρίξει τον υποψηφίο της ΝΔ Τζιτζικώστα στις αυτοδιοικητικές. .
Οι ΑΝΕΛ σταθερά έβαιναν σε κοινοβουλευτική απομείωση και ήταν μοναχά αναμενόμενο πως και οι αριθμοί των ψηφοφόρων τους θα ακολουθούσαν την ίδια τάση μπροστά στο εμφυλιοπολεμικό κλίμα ανάμεσα στις πολιτικές φυλές των ΑΝΕΛ.
Λίγο αργότερα οι ΑΝΕΛ θα έχαναν ένα από το πιο μαχητικά στελέχη τους τη Ραχήλ Μακρή. Το διαζύγιο διαφαινόταν εδώ και αρκετό καιρό σε επίπεδο στελεχιακών σχέσεων, η χαριστική βολή δόθηκε όμως όταν έγινε η σύσταση στη Ραχήλ να είναι πιο μετριοπαθής σε σχέση με το ρόλο συγκεκριμένων επιχειρηματικών ονομάτων.
Με νύχια και με δόντια κρατιέται στους ΑΝΕΛ και ένα από τα τελευταία τους αξιόλογο, αν όχι το πιο αξιόλογο στέλεχος, ο Νότης ο Μαριάς, ο οποίος δεσμεύεται από το γεγονός πως κρατάει τη μοναδική έδρα των ΑΝΕΛ στο ευρωκοινοβούλιο καθώς και από το γεγονός ότι ο είναι από εκείνους τους λίγους Έλληνες ευρωβουλευτές που μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και να έχει ουσιαστική παρουσία σε αυτό.
Αλλά οι σημαντικές αποσχίσεις είναι αυτές που όφειλαν να γίνουν και δεν έχουν γίνει ακόμη. Είναι αυτές που έχουν να κάνουν με την εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας. Θέσεις που στηρίζουν την έστω και υπό όρους εκλογή προέδρου είναι απλά ασύμβατες με τον ιδρυτικό λόγο ύπαρξης του εν λόγω κόμματος και δικαιώνουν αυτούς που υποστήριζαν ότι οι ΑΝΕΛ εξαρχής δημιουργήθηκαν για να κάνουν την κωλοτούμπα την κατάλληλη στιγμή.
Ένας από αυτούς που μερικώς διαφοροποιήθηκαν από τη γραμμή του κόμματος να μην ψηφιστεί πρόεδρος της δημοκρατίας ήταν ο δημοφιλής ηθοποιός Παύλος Χαϊκάλης. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πόσο βαρύνοντα ρόλο παίζει στην πολιτική του τοποθέτηση για τη συνέχιση των πολιτικών των μνημονίων η δικιά του τηλεοπτική καριέρα. Αυτό μόνο ο ίδιος το γνωρίζει.
Πολύ πιο ξεκάθαρος όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, υπήρξε ο παλαιοκομματικός βουλευτής κος Παναγιώτης Μελάς ο οποίος την προηγούμενη Τετάρτη δήλωνε πως θα ψηφίσει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αναλόγως βέβαια με το ποιος θα είναι υποψήφιος, γιατί εάν πάμε σε εκλογές θα πάει πίσω η χώρα και πως δε θα διστάσει να στηρίξει και συμφωνία με τους δανειστές αν είναι για το καλό του λαού, με άλλα λόγια είπε δηλαδή πως θα ψηφίσει νέο μνημόνιο για το καλό του λαού όπως άλλωστε συμβαίνει αδιάκοπα εδώ και τέσσερα χρόνια που η χώρα τα πηγαίνει θαυμάσια και τα μνημόνια θεσπέσια πηγαίνουν το λαό πίπα-κώλο.
Ας σταθούμε λιγάκι στις δηλώσεις Μελά: αυτός που δε διστάζει να υπογράψει και νέα καταδίκη του λαού λέγεται αδίστακτος.
Ξεχνάει ο κος Μελάς πως η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού δε θέλει να πάει μπροστά. Πίσω θέλει να πάει: στο 2008, το 2006, το 2004, τη δεκαετία του 1990, του 1980 ακόμη και στο στη δεκαετία του 1950 μπορεί να θέλει να επιστρέψει. Εκεί που δε θέλει να πάει ένα σε ένα 2015, σε ένα 2016, σε ένα 2020 που θα είναι η συνέχεια της τραγικής περιόδου 2009-2014.
Το κόμμα που υποτιθέμενα ιδρύθηκε για να τελειώνουν τα μνημόνια θα έπρεπε λόγω αρχής να διαγράψει τον κο Μελά αυτομάτως καθώς εκείνος δεν αμφισβητεί απλά μια πολιτική απόφαση: αμφισβητεί τις ιδρυτικές αρχές του κόμματός του επομένως καμία θέση δεν έχει μέσα σε αυτό.
ΟΙ ΑΝΕΛ θα έχουν υπάρξει ένα από εκείνα τα πολύ σύντομα πολιτικά ανέκδοτα στην πρόσφατη ιστορία της χώρας και  την ευθύνη για αυτό τη φέρει πλήρως ο Πάνος Καμμένος και το γεγονός ότι πήγε να κάνει μια καινούρια αρχή φέροντας το παρελθόν του μέσα σε αυτή και μαζί με αυτό και βουλευτές που φέρονται στους ψηφοφόρους σαν να ταν προίκα τους.
Φυσικά δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος ΑΝΕΛ χωρίς Καμμένο, οπότε μάλλον θα πρέπει να κάνει υπόθεση για τον Καμμένο χωρίς τους ΑΝΕΛ.
Μια ακόμη Ιφιγένεια έχει θυσιαστεί στην πυρά του Καμμένου.
Το τέλος των ΑΝΕΛ δε θα είναι χωρίς συνέπειες για το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό. Την πρώτη συνέπεια την αναφέραμε στην αρχή: Η αυτοδύναμη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει κάποιες από τις ισοπεδωτικές τάσεις της μεταμοντέρνας ελληνικής αριστεράς.
Και καθώς οι χαμένοι ψήφοι των ΑΝΕΛ δε θα εξαφανιστούν, ένα κομμάτι τους ενδέχεται να πάει όχι στην ακροδεξιά Σαμαρική ΝΔ αλλά στη Χρυσή Αυγή, η οποία αργά ή γρήγορα θα ανανήψει εκλογικά όταν καθιζάνει η σκόνη του ετεροχρονισμένου διωγμού της.
Αν η μετριοπαθής ΝΔ δεν πετάξει με τις κλοτσιές όχι μόνο την ακροδεξιά ηγεσία αλλά και τον κορμό της και κάτι τέτοιο δε φαίνεται και πολύ πιθανό να συμβεί, η αντιπολίτευση στο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι ένα σχετικά ισχυρό ακροδεξιό μπλοκ Νέας Δημοκρατίας και της Παρακρατικής Χρυσής Αυγής. Το όραμα του Καρατζαφέρη και του Σαμαρά για μια ισχυρή ακροδεξιά, θα έχει γίνει πραγματικότητα, ακόμη και αν και οι δυό τους βρίσκονται εκτός κεντρικής πολιτικής σκηνής ή ακόμη ακόμη και στη φυλακή. Το κληροδότημα τους στην μεταμνημονιακή Ελλάδα θα έχει παραδοθεί και μονάχα το μέλλον γνωρίζει τι φρικτούς καρπούς μπορεί να δώσει ένα τέτοιο όραμα που θα χει πια μπολιάσει για τα καλά την πολιτική πραγματικότητα της χώρας.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο κοντινό μέλλον. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δε θα έχει απέναντι της μόνο ένα ισχυρό ακροδεξιό μπλοκ αλλά και την υπονομευτική αντιπολίτευση του ΚΚΕ που ούτως ή άλλως έχει ανάγει σε υπαρξιακό της λόγο πλέον, τον πόλεμο στη μετριοπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ. Ερωτηματικό επίσης παραμένει το πια θα είναι η στάση του σχεδόν ανύπαρκτου σε νούμερα αλλά πολύ ισχυρού σε πολιτικούς εκβιασμούς αντιεξουσιαστικού μπλοκ. Προσθέστε σε όλα αυτά  τις τρομακτικές πιέσεις που θα δεχτεί μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ από την Γερμανία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα και θα πάρετε μια εικόνα από το μέλλον.
Δε θα ήθελα να είμαι στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ. Κανείς μη εξουσιομανής που δεν έχει αποστολή ειδικού σκοπού δε θα ήθελε να είναι στη θέση του. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο ΣΥΡΙΖΑ φορές φορές αυτουπονομευόταν. Ο άλλος είναι οι ιδεοληπτικές εμμονές συνιστωσών του. Αν υπάρχουν και άλλοι λόγοι, αυτό σας λέω με κάθε εντιμότητα πως δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω.

Πέτρος Αργυρίου, agriazwa.blogpsot.com, 19/11/2014

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Ποιός σκότωσε το Στέλιο Καζαντζίδη;






Πάνε κάτι 24ωρα τώρα, που η άχρηστη σκέψη μου της ημέρας ήταν η εφεύρεση μιας περσόνας που καλλιτέχνιζε και έβγαζε στις μαρκίζες κατιτίς παραπάνω από τα προς το ζην φέροντας το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Καστράτος Διονυσίου και με διεμφυλική σκηνική παρουσία, τραγουδώντας Στράτο Διονυσίου με φωνή και ντύσιμο Conchitas.
Ο ήρωας μου σε αυτή την εν εγρηγόρσει ονειροφαντασία μου είχε άσχημο τέλος: αυτοδίκαιοι υπερασπιστές της «παράδοσης» του λαϊκού τον πιάσανε και τον ευνουχίσανε πραγματικά, του κόψανε τα αρχίδια.
Διαμαρτυρήθηκα και εγώ έντονα με αυτό το σενάριο που έπλασε το υποσυνείδητό μου: Γιατί δε με προειδοποίησε πχ για το χθεσινό σεισμό και μου σέρβιρε το άνοστο πιάτο του Καστράτου Διονυσίου που και μόνο το όνομα του θα μπορούσε να θεωρηθεί προσβολή μνήμης νεκρού, πόσο μάλλον το ρεπερτόριο του;
Δεν πέρασαν καλά καλά μερικές μέρες που το υποσυνείδητο μου βγαζε γλώσσα μέχρι να  πέσω στο δημοσίευμα «Εφημερίδας των Συντακτών» με τίτλο «Ο Καζαντζίδης ήθελε μαύρα και παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος» βασισμένο στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του κάποτε κραταιού της ελληνικής δισκογραφίας Μάκη Μάτσα «Πίσω από τη μαρκίζα, 40 χρόνια ελληνικής μουσικής όπως την έζησα» όπου σε αντίθεση με την αγιογραφική προσέγγιση που δεσπόζει στη «λαϊκή» κουλτούρα, περιγράφονται οι ιδιορρυθμίες του καλλιτέχνη και η τάση του να φορτώνει τις δικές του κακές επιλογές όπως τα καζίνο που τον γδάραν και τις συνέπειες της φοροδοτικής του στάσης ως μια μεταφυσική συνέχεια της Αδικίας των ισχυρών προς τους αδυνάτους και μια συνομωσία των «Εβραίων» εναντίον του, εναντίον της «Φωνής της Ελλάδας».
Το δημοσίευμα προκάλεσε τις οργίλες αντιδράσεις της δεύτερης και τρίτης γενιάς Καζαντζιδικών που το θεώρησαν ιερόσυλο.
Η ζωή του Καζαντζίδη, όπως οι ζωές τόσων άλλων ήταν γεμάτη ανακολουθίες. Παιδί μικρασιάτισας  προσφυγοπούλας από την οποία έμαθε το λυγμικό στοιχείο που τον βοήθησε να φτιάξει αργότερα το αντρικό μοιρολόγισμα που τον έκανε διάσημο, στα μικρατά του έκανε σκληρές δουλειές τύπου Βασιλάκη Καϊλα, μέχρι που κάποιοι τον ανακάλυψαν. Από τα ρεμπέτικα που ήταν κατ εμέ η τελευταία μορφή αυθεντικής λαϊκής μουσικής, άφησε τη μικρασιατική μουσική παράδοση και σιγά σιγά προσχώρησε στη μουσική βιομηχανία της εποχής που εκείνη την εποχή ανακάλυπτε το bollywood πολύ πριν το ανακαλύψει το Hollywood. Άλλωστε την ίδια εποχή και παρά τα αμίμητα υποκριτικά ταλέντα της, η βιομηχανία του νεοελληνικού κινηματογράφου ανακάλυπτε και το Hollywood από το οποίο ενίοτε έκλεβε σενάρια. Τα φασονατζίδικα στήθηκαν πρώτα στην τέχνη μαζικής κατανάλωσης και έπειτα βαπτίστηκαν ελληνικά.
Έτσι ο Καζαντζίδης γνωρίζει φοβερή επιτυχία με τα ελληνικότατα και λαϊκότατα καψουροτράγουδα τύπου bollywood Μαντουμπάλα και Ζιγκουάλα ενώ ήδη υπάρχουν κοινωνικές αναφορές στα τραγούδια του που στη συνέχεια και σε συνεργασία με ταλαντούχους μουσικοσυνθέτες και στιχουργούς της εποχής θα δημιουργήσουν τη δική τους μουσική σκηνή.
Οι ιδιορρυθμίες στο χαρακτήρα του Στέλιου μπορεί να σχετίζονται και με  την τραγωδία της απώλειας της αναπαραγωγικής ανικανότητας του που ακόμη και σήμερα μπορεί να πληγώσει και το πιο προοδευτικό αρσενικό Homo Sapiens Sapiens. Ο ίδιος την απέδιδε σε δύο διαφορετικές εκδοχές που ανήκουν στον ίδιο και αφορούν την στρατιωτική θητεία, σκληρή και απάνθρωπη συνήθως εκείνα τα χρόνια: Η μία, η προγενέστερη, θέλει το Στέλιο να τοποθετείται από αξιωματικό κατά στάβλο περιορισμό και να χάνει τον ανδρισμό του από κλοτσιά αλόγου ενώ η δεύτερη και μεταγενέστερη θέλει τον ίδιο τον αξιωματικό να ξυλοφορτώνει μετά μανίας το Στέλιο με τη γνωστή μοιραία συνέπεια.
Αφήνοντας λοιπόν τον Στέλιο στην αδικία της ζωής και το υποσυνείδητο μου δικαιωμένο να περιγελά τους πάντες για το εύρημα του «Καστράτου» ας πάμε ένα βήμα παρακάτω, στις κοινωνικές συνέπειες της παράδοσης που άφησε ο Στέλιος και της προσωπολατρείας του που επιβιώνει μέχρι και σήμερα.
Η φτωχολογιά, από μια αδήριτη πραγματικότητα μιας παλαιότερης εποχής έγινε το άλλοθι μιας άλλης. Ο πόνος ο καημός και ο βραχνάς, το κακό ριζικό, γίναν από το 1980 όλα σύμβολα μιας νέας τάξης ανθρώπων με λαϊκές ή όχι καταβολές που πλέον ανήκαν στη μέση αστική τάξη και ενίοτε στις ανώτερες οικονομικές τάξεις και χρησιμοποιούσαν τις πολιτικές και κοινωνικές καταβολές τους ως άλλοθι για την αμετροέπεια τους.
Το «αδικήθηκα και ήρθε τώρα η σειρά μου να αδικήσω, η αλλιώς γύρισε ο τροχός θα γαμήσει κι ο φτωχός» θα μπορούσε να είναι ο ύμνος αυτής της νέας τάξης αν είχε την οποιαδήποτε ειλικρίνεια.  
Το ΠΑΣΟΚ πχ πανηγύρισε τον εκλογικό του θρίαμβο στης Ρίτας Σακελαρίου και έκανε κι αυτό ότι μπορούσε για να μετατρέψει το λαϊκό σε λαϊκίστικο.
Αυτό ήταν το νέο παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ και επίτυχε εξόχως καταστροφικά σε όλους τους τομείς.
Ειδικά στη μουσική, τα μπουζούκια γίναν ξανά θεσμός αυτής της σχετικά διευρυμένης νέας τάξης προνομιούχων που έκλεβε τόσο από το παρελθόν αλλά και από το μέλλον για να καλοπεράσει στο παρόν ενώ η δισκογραφία σταδιακά έγινε απλά μηχανισμός προώθησης συγκεκριμένων μαγαζιών.χρυσορυχείων.
Το 1990 η κατάσταση κακοφόρμισε ακόμη περισσότερο. Μπορούσες να ακούσεις πλέον Στέλιο και Στράτο σε κωλόμπαρα με μπουκάλια ουίσκι και σαμπάνιας να ανοίγουν θριαμβευτικά μπροστά στα μπούτια και τα μπούστα κοριτσιών από το ανατολικό μπλοκ, ενώ οι χουβαρντάδες θαμώνες θα κλαψομούνιαζαν μέχρι θανάτου με καψουροτράγουδα για τις αχάριστες γυναίκες αλλά και την κοινωνική αδικία, χουφτώνοντας παράλληλα μέχρι αηδίας θηλυκούς οικονομικούς πρόσφυγες. Το λαϊκό κατάντησε συνοδευτικό μιας χυδαίας και «αυτοδίκαιας» εκτόνωσης και soundtrack του μαραζιού της χλιδής και της πολυτέλειας.
Η παλιά φτωχολογιά έγινε το άλλοθι για μια άνευ προηγουμένου σπατάλη χρημάτων και αισθητικής, έγινε το «νέο κανονικό». Η τάξη που καταπιεζόταν έγιναν οι ίδιοι καταπιεστές, οι εκμεταλλευόμενοι εκμεταλλευτές. Οι εργατικοί αγώνες έγιναν ιδεολογικό πλυντήριο για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, οι νεκροί του πολυτεχνείου έγινε «η γενιά του πολυτεχνείου» ενώ σήμερα είναι πιο εύκολο να αμφισβητήσεις το ότι υπήρχαν ηρωικοί νεκροί στο πολυτεχνείο από το να αμφισβητήσεις τη συμβολή του Στέλιου Καζαντζίδη στον πολιτισμό. Όπως κάνει πάντα, η κλεπτοκρατία θα έκλεβε και από παρελθόν και από το μέλλον αλλά αυτή τη φορά θα στόλιζε το παράδειγμά της με τα λαϊκά δίκια για να τα καταστρέψει εντελώς δύο δεκαετίες αργότερα.
Φυσικά, όπως πάντα, έχει ο καιρός γυρίσματα.
Ο εξευτελισμός κάθε έννοιας λαϊκού, το ξόδεμα των αδικιών του παρελθόντος σε γούστα και προνόμια, έχουν οδηγήσει σήμερα σε μια κατάσταση όπου ενώ η φτώχεια γίνεται σταδιακά το κυρίαρχο παράδειγμα, αδυνατούν να υπάρξουν γνήσιοι τραγουδιστές της γνήσιας νέας φτώχιας και των καημών του λαού ενώ οι φο μπιζού επίγονοι του «λαίκου τραγουδιού», μιας αφήγησης που συνέχισε παρότι είχε χάσει κάθε αντιστοιχία με τα αιτήματα και τις αιτίες της δημιουργίας της, συνεχίζουν να έλκουν πλούτο στα σκυλάδικα, έστω και με πολύ μικρότερες ταρίφες.
Τον γδάραν τον καημό και τον φορούσαν επιδεικτικά σαν ‘ταν γούνα και από όλες τις σπατάλες τις μεταπολίτευσης, αυτό το ξόδεμα το ηθικό ήταν η πηγή όλων των άλλων κακών.
Στο βιβλίου του Μάτσα, γίνεται επίσης αναφορά και στα ακραία χαρακτηριστικά που πήρε η προσωπολατρεία Καζαντζίδη. Όπως περιγράφεται στην Εφημερίδα των Συντακτών «Ο Καζαντζίδης κήρυξε ανένδοτο, ο Μάκης Μάτσας άρχισε να δέχεται απειλές. «Έχω δύο μήνες ζωής», του είπε στο τηλέφωνο ένας καρκινοπαθής, «αλλά πριν πεθάνω, έχω ορκιστεί στον εαυτό μου ότι θα σκοτώσω εσένα και τα παιδιά σου».
Τι είναι αυτό που έκανε και κάνει ανθρώπους να ταυτίζονται τόσο πολύ με ένα λαϊκό ίνδαλμα που να μη διστάζουν να δώσουν όχι μόνο τη ζωή τους αλλά και απειλούν να πάρουν τη ζωή άλλων και μάλιστα ακόμη και παιδιών;
Γιατί ο Καζαντζιδισμός αλλά και άλλες προσωπολατρίες έφτασαν στο επίπεδο ακόμη και του λεκτικού τζιχαντισμού;
Σε προηγούμενο άρθρο μας αναλύσαμε το παράδοξο της πίστης σε καταστροφικές αιρέσεις που ακόμη και όταν αυτές αναιρούνται ή καταστρέφονται, εκείνη τείνει ενίοτε να επιμένει.
Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι πως η προσωπολατρία είναι θεμέλιος λίθος των περισσοτέρων θρησκειών. Ο εμπλουτισμός της με διάφορα μεταφυσικά στοιχεία δεν αλλάζει το βασικό της χαρακτήρα ακόμη και αυτός είναι τριαδικός, διαδικός, μοναδικός ή οτιδήποτε άλλο, παρότι το μεταφυσικό λούστρο επιτρέπει η πίστη ευκολότερα να μεταφερθεί από το πρόσωπο, ιστορικό ή και μη, στα λατρευτικά αντικείμενα, περνώντας από την προσωπολατρία στην ειδωλολατρία, είτε αυτή αφορά οργανωμένες θρησκείες είτε ακόμη ακόμη και την ποπ κουλτούρα όπου όχι σπάνια παρατηρούμε το φαινόμενο ευτελή προσωπικά αντικείμενα νεκρών σταρ να πουλιούνται στην τιμή αρχαίων θρησκευτικών κειμηλίων.  
Πρόκειται για ένα παλιό νοητικό δηλητήριο που περνάει συγκαλυμμένα από γενιά σε γενιά και από πολιτισμό σε πολιτισμό και απαρχές της έχει μάλλον βασιλικές δομές εξουσίας, που ούτως ή άλλως ενίοτε ενδύθηκαν θεϊκών ιδιοτήτων. Από τους Φαραώ μέχρι το βασιλιά Ήλιο Λουδοβίκο τον 14ο, από την προσωπολατρία του Ανδρέα Παπανδρέου και την μεταφυσική του «Ανδρέα ζεις εσύ μας οδηγείς» μέχρι τη λατρεία προς τη «φωνή του Λαού» Στέλιο Καζαντζίδη, οι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν πως υπάρχει κάτι έξω από αυτούς, πάνω αυτούς που ορίζει δικαιωματικά τις ζωές τους, κάτι μεγαλύτερο από τη ζωή την ίδια.
Όταν αυτό το «έξω» βρίσκει δε σε μάζες και ψυχολογικό έδαφος ταύτισης, τότε η μονομανία της εξουσίας κάθε είδους, θρησκευτικής, καλλιτεχνικής, πολιτικής, σκοπίμως ή ακόμη και συμπτωματικά έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια νέα λαϊκή θρησκεία, που μοιράζεται χαρακτηριστικά από προηγούμενα στάδια αυτού του μηχανισμού επιβολής, με σημαντικότερο όλων την άνευ όρων αφοσίωση. Αυτή η μαζική προσωπολατρία μπορεί να αντλεί ή να προβάλει ισχύ  ακόμη και από/στο παράδειγμα της Πατρικής η Μητρικής εξουσίας, δομώντας ιεραρχικές δομές οριζοντίως, διαγωνίως και καθέτως.
Τα παραδείγματα προσωπολατρίας αφορούν ακόμη και πρόσωπα που θα έπρεπε να είναι αποτροπαϊκά: Οι ερωτικές επιστολές που έστελναν κορασίδες στον δράκο του Σέιχ Σου Παπαχρόνη και ο πρόσφατος γάμος του 80χρονου πλέον μακελάρη Charles Manson με μια ευπαρουσίαστη 26χρονη είναι μερικά μόνο από μια πληθώρα τέτοιου είδους παραδειγμάτων.
Όσο πιο ανολοκλήρωτη είναι μια προσωπικότητα τόσο περισσότερο ρέπει προς ολοκληρωτικά παραδείγματα στα οποία προβάλει τα απωθημένα της. Και όσο πιο ολοκληρωτικό και αν είναι το περιβάλλον το οποίο εμποδίζει την ανάπτυξη μιας περσόνας, σε τόσο πιο ανολοκλήρωτες περσόνες θα στρέψει η ίδια την καταπιεσμένοι λατρεία της καθώς οι ρητές και μη απαγορεύσεις δεν της επιτρέπουν να συνδεθεί με συνθήκες πλήρους εγκαρδιότητας με έναν «κοινό θνητό».
Το ίδιο ισχύει και για τις κοινωνίες.
Το λιγότερο και μάλλον ίσως και το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε για αυτά τα αταβιστικά κατάλοιπα είναι να τα περιγράφουμε και να αφήνουμε τους φορείς τους να εκδηλώνονται και να εκτίθενται.
Πέτρος Αργυρίου, agriazwa.blogspot.com 18/11/2014

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Ένας συγγραφέας στο δικαστήριο της ιστορίας (λογοτεχνία)


(Αυτό το διήγημα είναι απάντηση στην πρόσκληση του νέου λογοτεχνικού σπιτιού μου, των εκδόσεων Anima που θα κυκλοφορήσει μες στα Χριστούγεννα το μυθιστόρημα μου «Το Σημάδι». Ας με γνωρίσουν λοιπόν και αμιγώς λογοτεχνικά οι αναγνώστες μου που με γνωρίζουν μόνο από τις αναλύσεις και τις παρεμβάσεις μου σε δεκάδες διαφορετικά πεδία και ας σταθούν συνήγοροι υπεράσπισης ή κατήγοροι μου στο δικαστήριο της ιστορίας λαμβάνοντας υπόψη τους ότι αυτό το διηγηματάκι γεννήθηκε και υλοποιήθηκε μόλις μέσα σε 90 λεπτά της ώρας, χωρίς καμία προπαρασκευή)

Δεν σε καλούν συχνά στο δικαστήριο της ιστορίας.
Μόνο σαν κοντεύεις να πεθάνεις ή όταν μνήμες που δε σε γνώρισαν εν ζωή πάνε να σε αναστήσουν από τη νέκρα του κορμιού.
Το συγκεκριμένο δικαστήριο δεν έκρινε προθέσεις, μονάχα δηλώσεις.
Σε αυτό το δικαστήριο έπρεπε να αποδείξεις ότι ήσουν αυτό ακριβώς που δήλωνες στους άλλους και στον εαυτό σου πως είσαι.
Το δικαστήριο είχε δύο μέτρα και σταθμά: το ένα από αυτά ήταν για τους πετυχημένους. Αν κάποιος δηλαδή δήλωνε πως ήταν επιχειρηματίας το μόνο που έπρεπε να δείξει ήταν έναν φουσκωμένο τραπεζικό λογαριασμό και αθωωνόταν ενώ οι δικαστές του δίναν και μια εύφημο μνεία που μπορούσε να κρατήσει για μια αιωνιότητα και μια μέρα.
Αν ήσουν καλλιτέχνης όμως, αν δήλωνες δηλαδή καλλιτέχνης….
Εκατομμύρια ψευδοκαλλιτέχνες περνούσαν από το δικαστήριο της ιστορίας κάθε χρόνο. Οι περισσότεροι από αυτούς καταδικάζονταν για παραποίηση ιδιότητας με ποινές ισόβιας ανωνυμίας και αιωνίας λήθης. Ψώνια τους λέγαν μεταξύ τους δικαστές και κατήγοροι στο λιγοστό τους ελεύθερο χρόνο που ολοένα και μίκραινε όσο πλήθαιναν οι ψευτοκαλλιτέχνες.
Αναμενόμενο λοιπόν να είναι προκατειλημμένοι οι δικαστές απέναντι σε ανθρώπους που τίποτα χρήσιμο δεν κάναν στη ζωή τους πέρα από το να εξαπατούν τους άλλους και να παρεμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων.
Ο Ενρίκο Μαλαπέστα είχε κατηγορηθεί πως ήταν ένας από δαύτους, ένας συγγραφίσκος που καμωνόταν τον μεγάλο, ένα τίποτε που φούσκωνε από μόνο του σαν τα παλιά αλεύρια για κέικ.
Αυτό που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τη θέση του ήταν πως ήταν από τους αμετανόητους: ακόμη και την ύστατη στιγμή, εκεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου, δήλωνε αθώος.
Αν έκαμε διαφορετικά ίσως και να τον αφήναν ελεύθερο με μια επίπληξη.
Μα αυτός δήλωνε αθώος, δήλωνε πως αγαπούσε την τέχνη του όσο τον αγαπούσε κι αυτή. Μα στα μάτια των δικαστών αυτά ήταν φθηνές δικαιολογίες κάποιου που για δεκαετίες ατιμώρητα ασελγούσε πάνω στο σώμα της τέχνης.
Ενρίκο Μαλάπέστα όλα, τον φοβερισε το όργανο που τον συνέλαβε. Ο Ενρίκο προσπάθησε να του δείξει κάποιο από τα βιβλία του, να τον πείσει πως είναι εραστής και όχι κακοποιητής της τέχνης μα μάταια. Ο μπάτσος έκρυβε την αγραμματοσύνη του πίσω από περίσσεια σκληρότητας.
Ο Ενρίκο δεν έβλεπε το δικαστήριο σαν δοκιμασία αλλά σαν ευκαιρία: Στο δικαστήριο θα είχε την ευκαιρία να απαλλαχθεί μια και για πάντα από τις άδικές κατηγόριες που τον βάραιναν. Οι δικαστές ήταν μορφωμένοι και άξιοι άνθρωποι.
«Ενρίκο Μαλαπέστα, απέδειξε μας πως είσαι συγγραφέας» είπε ο  δικαστής επιβλητικά κοιτάζοντας τον Ενρίκο διαμπερώς σαν ακτινογραφικό μηχάνημα.
 Αν μονάχα τον είχαν αφήσει να φέρει τα βιβλία του. Αν μονάχα… Μα στις αίθουσες των δικαστηρίων δεν επιτρεπόταν η οπλοφορία.
«Είμαι συγγραφέας γιατί έχω δώσει και την ψυχή μου για την τέχνη μου» δήλωσε θαρραλέα ο Ενρίκο.
Ο κατήγορος Αξιών και Εμπορίου τον κοίταξε περιπαικτικά: «Χα, το χρηματιστήριο των ψυχών έχει πιάσει πάτο. Ούτε καν ο διάβολος δεν αγοράζει ψυχές πλέον.»
«Ομολογείς λοιπόν πως δεν έχεις πια ψυχή; Ομολογείς την ενοχή σου λοιπόν; Πως μπορεί να περνιέται κάποιος για καλλιτέχνης όταν είναι ένα πλάσμα άψυχο;» επενέβη σαν καταπέλτης ο κατήγορος Συναισθήματος.
Ο Ενρίκο έκαμε να απολογηθεί μα είχε ήδη χάσει αρκετή από τη σιγουριά του
«Την έδωσα όλη την ψυχή μου στα έργα μου, στους αναγνώστες μου»
«Και πόσους αναγνώστες είχαν τα βιβλία σας κύριε… Μαλαπέστα;» είπε ειρωνικά ο κατήγορος Εφαρμοσμένου Μάρκετινγκ
«Μερικές εκατοντάδες σας διαβεβαιώνω»
Η αίθουσα ξέσπασε σε γέλια με αυτή τη νέα παραδοχή ενοχής
«Ομολογείτε λοιπόν πως είστε λιγόψυχος. Αν εσείς , με μερικούς εκατοντάδες αναγνώστες παραπονιέστε πως στερέψατε από ψυχή, τι να πουν και οι πραγματικοί συγγραφείς με τους εκατομμύρια αναγνώστες;»
Ο δικαστής μίλησε με αυστηρότητα διαμαντιού στον Μαλαπέστα «Μην ειρωνεύεστε την αίθουσα κύριε Μαλαπέστα εκτός και αν θέλετε στο ούτως ή άλλως βαρύ κατηγορητήριο σας να προστεθεί και η κατηγορία της εξύβρισης.
«Μα δεν είναι μόνο οι αναγνώστες των βιβλίων μου. Χιλιάδες άνθρωποι με διάβασαν… στο διαδίκτυο»
«Χα, όταν ένας πραγματικός συγγραφέας φταρνίζεται, εκατομμύρια αναγνώστες διαβάζουν το φτάρνισμα του. Ακόμη και το λόξυγκα του. Εσείς κύριε μου δεν δικαιούστε να περνιέστε για συγγραφέας.» είπε με στόμφο ο κατήγορος Μιμιδίων και διώξης Εγωιστικών Γονιδίων.
«Θα έδινα και τη ζωή μου για τη τέχνη μου» διαμαρτυρήθηκε οργίλα ο Ενρίκο
«Χα, κύριε Μαλαπέστα, πραγματικοί συγγραφείς έχουν πραγματικά δώσει τη ζωή τους για την τέχνη τους. Πέθαιναν σε ανήλιαγα δώματα λιωμένοι από τη φτώχεια και την αρρώστια. Εσείς κύριε Μαλαπέστα μας, έχετε γνωρίσει τέτοιες συνθήκες; Αναμετρήθηκε η πένα σας με τέτοιες συνθήκες για να δει τι μπόι έχει; Σας στέγνωσε ποτέ το μελανοδοχείο και έπρεπε να κόψετε τις φλέβες σας για να μπορείτε να τελειώσετε μια πρόταση, να δώσετε ζωή σε έναν λογοτεχνικό ήρωα με τη δικια σας τη ζωή; Στερηθήκατε ποτέ πληκτρολογίου;» ρώτησε ο κατήγορος καλλιτεχνικής Ένδειας και Αυτοθυσίας.
«Όχι, μα στερήθηκα τον πλούτο και τις χαρές μιας κανονικής ζωής» απάντησε αμήχανα ο Ενρίκο.
«Ώστε δεν βγάλατε ποτέ λοιπόν λεφτά από τα βιβλία σας» διατύπωσε πανούργα  ο κατήγορος Οικονομικής Αποτυχίας
«Όχι, όχι προς θεού, δεν το κανα για αυτό, για να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους το έκανα, να βγάλω τα σώψυχα μου, να μοιραστώ ψυχή με τους συνανθρώπους μου»
«Α μάλιστα. Είστε ο Χρηστός των συγγραφέων. Τα ίδια μας λένε όλοι οι αποτυχημένοι. Βαπτίζετε την οκνηρία σας ως αυτοθυσία και μετά ζητάτε και επιδόματα αναπηρίας» έκανε απαξιωτικά ο κατήγορος Μετριότητας.
Σειρά είχε ο κατήγορος Δημόσιας Υγείας καθώς η μπάλα έπεσε στο γήπεδο του και μάλιστα δύο φορές…
«Σε τούτο δω το δικαστήριο που μοναδικό συγγραφέα έχει την ίδια την ιστορία αλλα και τη δικαιοσύνη, ομολογήσατε πως βγάλατε έξω τα εσώψυχά σας… Και δεν σκεφτήκατε ποτέ κύριε Μαλατέστα, δεν αναλογιστήκατε ούτε μια φορά σας τι κινδύνους δημόσιας υγείας μπορεί να δημιουργήσει το να βγάζετε τα εσώψυχά σας έξω; Είχατε κάνει κάποια εξέταση μήπως για να είστε σίγουρος πως τα εσώψυχα σας δεν είχαν κάποια μολυσματική ασθένεια;»
«Δηλώσατε επιπροσθέτως πως μοιραστήκατε την ψυχή σας με αν-αγνωστες σας. Γνωρίζετε πολύ καλά, όλοι το γνωρίζουν αυτό, πως για να γίνει κάποιος  δωρητής ψυχής πρέπει να είναι συμβατός με τους δέκτες ψυχής. Καταλαβαίνετε σε τι κινδύνους έχετε εκθέσει εκατοντάδες ανίδεους αναγνώστες; Συνειδητοποιείτε  πόσους ανυποψίαστους δέκτες ψυχής θα μπορούσε η ανευθυνότητα σας να έχει σκοτώσει; Προτείνω λοιπόν στο κατηγορητήριο να προστεθεί και η απόπειρα μαζικής δολοφονίας. Δεν είστε συγγραφέας. Είστε τρομοκράτης κύριε Μαλαπέστα»
Ο Ενρίκο ζάρωσε. «Αχ ψυχούλα μου», έκλαιγε από μέσα του. «Αχ ψυχούλα μου. Σε σκότωσα για το τίποτα. Αυτό ήταν το έγκλημα μου»
 «Ένσταση κύριε δικαστά». Μια μικρή αχτίδα ελπίδας φώτισε τη μαυρισμένη πια καρδιά του Ενρίκο. Κάποιος τον υπερασπιζόταν, υπερασπιζόταν αυτόν τον μικρό, ολίγιστο και λιγοστών πωλήσεων συγγραφέα.
Ήταν ο κατήγορος Επιστημονικού Μάρκετινγκ.
«Καμία από τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους δεν έχει αποδείξει ότι η ψυχή μπορεί να μεταφερθεί μέσα από υλικά μέσα. Τα βιβλία είναι υλικά. Το μόνο που μπορεί να αποδείξει τη μεγαλοψυχία του συγγραφέως είναι οι πωλήσεις του. Οι πωλήσεις φέρνουν λεφτά, δουλειές και ανάπτυξη στην οικονομία. Ο κύριος Μαλαπέστα δεν έχει καν βγάλει τα έξοδα του τυπογραφείου, πόσο μάλλον του εκδότη. Τα δέντρα που κόπηκαν για να γίνουν χαρτοπολτός για τα βιβλία του πήγαν στράφι. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του ούτε κήπο δεν μπορούν να αναδασώσουν. Ως εκ τούτου ψεύδεται ασύστολα: Τα περί ψυχής είναι τέχνασμα προς άγρα αγοραστών: Οι πραγματικοί συγγραφείς δε βάζουν την ψυχή τους μέσα στα βιβλία. Αυτός είναι ένας αντιεπιστημονικός ισχυρισμός, μια απάτη αν θέλετε. Οι πραγματικοί συγγραφείς δε χρειάζεται να βάλουν την ψυχή τους μέσα στα βιβλία. Βάζουν την ικανότητά τους να πωλούν. Ακόμη και ο πιο αστείος πωλητής είναι πιο σημαντικός από έναν αντιεμπορικό συγγραφέα όπως περίτρανα έχει αποδείξει η περίφημη υπόθεση του Άδωνη Γεωργιάδη»
… Χειρότερος και από Γεωργιάδη… Ο Ενρίκο έγινε ένας κόκκος σκόνης παρατημένος στο διαστρικό κενό.
Ο δικαστής μίλησε με φωνή που έβγαινε από τα βάθη του ιστορικού παρελθόντος:
«Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και επομένως και επιστημονικά, πως πολλοί μεγάλοι συγγραφείς δεν γράφαν για τα φράγκα. Πολλές φορές αυτό εδώ το δικαστήριο της ιστορίας αναγκάστηκε να αθωώσει μετά θάνατον φτωχούς συγγραφείς μετά την κατάθεση κριτικών τέχνης για την καλλιτεχνικότητα των μακαριτών» είπε ο δικαστής κοιτάζοντας επικριτικά τον συνήγορο του άσημου συγγραφέα που έπαιζε με το κινητό του καθ όλη τη διάρκεια της δίκης.
«Ναι μάλιστα, πείτε μας κύριε λοιπόν κύριε Μαλαπέστα, πείτε μας τι έχουν γράψει οι κριτικοί λογοτεχνίας για το έργο σας» πετάχτηκε ο συνήγορος κακοτεχνίας λες και του είχε έρθει θεόσταλτο ένα επιχείρημα που θα μπορούσε να ανατρέψει την πορεία της δίκης και να αθωώσει τον πελάτη του.
«Τίποτε» είπε ο Ενρίκο με τους ώμους του ξεκρέμαστους σαν να τους είχε πάρει ένας γίγαντας και να τους είχε ξεκολλήσει από τον κορμό.
«Τίποτε; Ούτε μια απλή νύξη;» ρώτησε έκπληκτος ο συνήγορος, λειτουργώντας περισσότερο εις όφελος των δεκάδων κατηγόρων.
«Ούτε μια αράδα» είπε ο Ενρίκο παραδίδοντας πλήρως τον εαυτό του και το έργο του στην κρίση του δικαστηρίου.  
Κι εκείνο του έδειξε τον οίκτο που σπανίως αξίζει στους εντελώς ασήμαντους:  εξάντλησε όλη του την επιείκεια και από όλες τις κατηγορίες που προστέθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, τον βρήκε ένοχο μονάχα για την αρχική, για παραποίηση δηλαδή ιδιότητας. Ποτέ πια δε θα τολμούσε να πει ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος πως ο Ενρίκο Μαλαπέστα υπήρξε συγγραφέας.
Όλα τα βιβλία του υποχρεώθηκαν σε ανακύκλωση.
Μονάχα εγώ έχω παρανόμως κρατήσει τα τελευταία αντίτυπα των βιβλίων του. Είμαι ο τελευταίος  των Μαλαπεστιανών, μιας ολιγόριθμης αίρεσης που δεν υφίσταται πλέον.
Ήμασταν αυτοί που πιστεύαμε πως ο Ενρίκο ήταν όχι μόνο πραγματικός, μα και μεγάλος συγγραφέας.
Θα ξανοίξω την υπόθεση Μαλαπέστα. Ξέρω ότι οι συνέπειες του νόμου για αυτόν που αμφισβητεί τις αποφάσεις του είναι σκληρές. Μα δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Ο Ενρίκο Μαλαπέστα ήταν το παιδί μου. Εγώ τον ανάγκασα να γίνει συγγραφέας.

Πέτρος Αργυρίου, agriazwa.blogspot.com  17/11/2014